Μιλτιαδης Μαλακασης

 

Ἀγάπη

Ἂς μὴ γυρίζει ὁ λογισμὸς στὰ χρόνια ἐκεῖνα πίσω.
Κάλλιο μιὰ τέτοια θύμηση γιὰ πάντα νὰ χαθῇ,
Ποιὸς ξέρει, τώρα θἄτανε γραφτὸ νὰ σ᾿ ἀγαπήσω,
Καὶ τόσο ποὺ καμμιὰ ποτὲ δὲν ἔχει ἀγαπηθῇ.

Κι ἂν ἔφυγεν ἡ νιότη σου, ποὺ θλίβεσαι γιὰ δαὔτη,
Ὡς γιὰ πουλὶ ποὺ πέταξε μἄλλα μαζὶ πουλιά,
Περσότερο ἀπὸ μία ἄνοιξη τὸν ἔρωτά μου ἀνάφτει
Τοῦ χινοπώρου τἄγγιγμα στὰ ὡραῖα σου τὰ μαλλιά.

Κι ἀκόμα φτάνω ν᾿ ἀγαπῶ σ᾿ ἐσὲ μίαν ἄλλη εἰκόνα,
- Τ᾿ ὁρκίζομαι στὰ μάτια σου ποὺ τόσο λαχταρῶ, -
Τὸν ἥμερο κι ἀνέφελο καὶ τὸ γλυκὸ χειμῶνα,
Ποὺ στὸ χλωμό σου πρόσωπο μία μέρα θὰ θωρῶ.

Καὶ μάθε το, τὶς μελιχρὲς λαμπράδες τοῦ Δεκέμβρη,
Καὶ τὶς φεγγαροσκέπαστες τοῦ Γενναριοῦ ὀμορφιές,
Μήτε στὶς τρέλλες τ᾿ Ἀπριλιοῦ κανένας θὰ τὶς εὕρῃ,
Μήτε καὶ στὶς μονότονες τοῦ Μάη καλοκαιριές..

 

Τὸ λένε τ᾿ ἀηδονάκια...

Ἄ! πῶς χτυπᾷ καμιὰ φορὰ τούτ᾿ ἡ καρδιὰ κι ἀναφτερᾷ,
τώρα στὰ γεροντάματα,
σὰ νιὸς νὰ ξαναχαίρομαι φεγγάρι-μέρα, ἀστροφεγγιά,
δύσες, γλυκοχαράματα!

Σὰν ἀπ᾿ τὴν τάξη τὴ μουχλὴ στὸ πατρικό μου νὰ γυρνῶ,
καὶ νἄχω σκόλη τρίμερη,
καὶ νὰ εἶμαι γιὰ τὸ Γαλατᾶ καὶ γιὰ τὸ ἀθάνατο βουνὸ
μὲ τὴν πλαγιὰ τὴν ἥμερη.

Κ᾿ ἐκεῖ, σὰ νὰ μὲ καρτεροῦν γιδάρηδές μου πιστικοί,
πρατάρηδες συντρόφοι μου,
μ᾿ ἄλλους νὰ μπαίνω στὸ λογγὰ κι ἄλλοι ἀπ᾿ τὴν ἄγναντη κορφὴ
νὰ ρίχνουν στὸ πιστρόφι μου.

Κι ἀκόμα, σὰ νἆν᾿ ἕτοιμα, τυρί, μυζήθρα, τὸ σφαχτὸ
καὶ τὸ γλυκὸ τὸ νιώτικο,
κι ἀπὸ σὲ πλατανόφυλλα τὸ κοκκορέτσι τὸ ζεστὸ
καὶ τὸ ρακὶ τ᾿ Ἁηλιώτικο.

Κ᾿ ὕστερα, σὰ νὰ μοῦ κρατοῦν τὴν καλαμάτα στὸ χορὸ
βλαχοῦλες καὶ βλαχόπουλα,
κ᾿ ἐκεῖ ποὺ σειέμαι καὶ λυγῶ καὶ στρίβω καὶ νυχοπατῶ,
νὰ μοῦ φωνάζουν: ὄπουλα! ...

Ἄ! πῶς χτυπάει καμιὰ φορὰ τούτ᾿ ἡ καρδιὰ κι ἀναφτερᾷ,
καὶ πῶς μ᾿ ἀνάβουν τὰ αἵματα,
σὰ νἆμ, ἐκεῖ καὶ τραγουδῶ μὲ τὴ φλογέρα συνοδιά:
«Τὸ λένε τ᾿ ἀηδονάκια στὰ κλεισορέματα...»

.......&&.......

Λ. ΜΑΒΙΛΗΣ

 

ΛΗΘΗ

 

Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάμε

την πίκρα της ζωής. Όταν βυθίσει

ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθησει,

μην τους κλαις ο καημός σου όσος και να ναι

 

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε

στης λησμονιάς την κρυσταλλένια βρύση,

μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει,

α στάξει γι` αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.

 

Κι αν πιουν θολό νερό ξαναθυμούνται,

διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδίλι,

πόνους παλιούς που μέσα τους κοιμούνται.

 

Α δε μπορείς παρά να κλαις το δείλι,

Τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν

Θέλουν, μα δε βολει να λησμονήσουν.
 
.......&&.......
 


 

Αυτο το ποιημα εχει λιφτει μεσου ψυχογραφιας

Δια μεσου του Κ. Θεοδωρου Ελευθεριου

Υπογράφεται δε με τα αρχικά Α.Ε.

(Ίσως Αργύρης Εφταλιώτης)

 

Εφταλού

 

Γάργαρα της Πατρίδας μου νερά

aμένο μου της Εφταλούς περιγιάλι

λαγκάδια καταπράσινα Βουνά

σπαρμένα απ τ` ατίμητα της φύσης κάλλη

 

Σας βλέπω τώρα με κα'ι'μο βαθύ

Κοντά σας θέλω να ξαναγυρίσω πάλι

και στων πευκιών να ξαναγυρω σαν παιδί

την ολομοριομενη την αγκάλη

 

Μα ο'ι'μενα είμαι τόσο μακριά

που μόνο πια σαν όνειρο σας βλέπω

και με το νου νοσταλγικό παντοτινά

τραγούδι ερωτικό σας πλέκω.

Α.Ε

.......&&.......

 

Georgio Drosinis

 

ΧΩΜΑ ΕΛΛΗΛΙΚΟ

(TERRA GREGA)

 

.......&&.......

 

                                     Κavafis                                   

Η ΠΟΛΙΣ

(a cidade)

     .......&&....... 

                                   

Augusto César Vassilopoulos

 

VISÃO MARÍTIMA

 

.......&&.......